γλίνη

γλίνη
η см. γλίνα

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "γλίνη" в других словарях:

  • γλίνη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • gel-1 —     gel 1     English meaning: “to curl; round, *gland, growth, ball, fathom, arm”     Deutsche Übersetzung: “ballen, sich ballen; Gerundetes, Kugeliges” etc     Material: evidence for the unadjusted root form are seldom and partly very doubtful …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • γλίνα — γλίνᾱ , γλίνη fem nom/voc/acc dual γλίνᾱ , γλίνη fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • глина — укр. глина, ст. слав. глиньнъ τοῦ χεραμέως (Супр.), болг. глина, гнила, сербохорв. гњила, словен. glina, чеш. hlina, слвц. hlina, польск. glina, в. луж. hlina, н. луж. glina. Связано с глень, глей, глиста. Ср. греч. γλίνη клей , ирл. glenaid… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • γλίνα — η (Μ γλίνη) 1. λίπος που βγαίνει από τον βρασμό κρεάτων και κυρίως χοιρινών 2. στρώμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια κρύου λιπαρού φαγητού ή μένει στα τοιχώματα τού μαγειρικού σκεύους 3. χοιρινό λίπος στο οποίο συντηρούνται καρυκευμένα κρέατα… …   Dictionary of Greek

  • γλοία — και γλία, η (AM γλία, Α και γλοία και γλοιά) κόλλα, κολλώδης ουσία·|| νεοελλ. ο ερειστικός ιστός ο οποίος περιβάλλει τα νευρικά κύτταρα τών Σπονδυλόζωων. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γλία ανάγεται σε IE *glei «κολλώ, αλείφω», απ όπου και τα γλίχομαι, γλοιός,… …   Dictionary of Greek

  • λίγδα — (I) η (Μ λιγδα) το λίπος, ιδίως το χοιρινό, η γλίνα νεοελλ. 1. λεκές από λίπος ή λάδι 2. μτφ. άνθρωπος τού οποίου η συναναστροφή ρυπαίνει ηθικά τους άλλους 3. κοινή ονομασία τού ψαριού σαργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < λίγδα (II). Κατ άλλη άποψη, < γλίδα …   Dictionary of Greek

  • desghina — desghiná ( n, át), vb. – A separa, a despărţi. – var. dejghina, dezghina, desbina. Origine necunoscută. Pare cuvînt tradiţional (sec. XVIII), modificat modern prin analogie cu îmbina, combina (Puşcariu 778; Philippide, Principii, 107). Originea… …   Dicționar Român


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»